Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΑΙΑ ΑΓΧΙΑΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΑΙΑ ΑΓΧΙΑΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΓΧΙΑΛΟΥ (Γιώργου Διονυσίου)


Νομίζω πως είναι απαραίτητο σε όλους εμάς που ασχολούμαστε  με τα ιστορικά της πατρίδας μας, με σκοπό να παρουσιάσουμε κάποια εργασία, όχι μόνο να ερευνούμε ό,τι σχετικό έχει γραφτεί γι’ αυτή μέχρι σήμερα, αλλά και να το μελετούμε πολύ προσεκτικά. Όσο για ό,τι παίρνουμε από την προφορική παράδοση (μαρτυρία, πληροφορία), που είναι κι αυτή μια πολύτιμη πηγή γνώσεων, καλό είναι, αν είναι δυνατόν, να το διασταυρώνουμε, γιατί πολλές φορές μπαίνει έντονα και το προσωπικό. Πέρα απ’ αυτά επειδή η ιστορία ενός τόπου δεν είναι ξεκομμένη, αλλά έχει σχέση και με την ιστορία της περιοχής και όχι μόνο, η έρευνα πρέπει να επεκτείνεται και ευρύτερα. Για παράδειγμα η ιστορία της Αγχιάλου δεν μπορεί να ξεκοπεί από την ιστορία της Βουλγαρίας. Σημασία έχει πάντως ότι εκείνο που συγκεντρώνεται πριν καταγραφεί πρέπει να είναι τελείως τεκμηριωμένο, ώστε να είναι κατά το δυνατόν αληθινό, γι΄ αυτό και ο συγγραφέας πρέπει ν΄ αναφέρει με λεπτομέρεια τη βιβλιογραφία. Αλλά για να είναι αληθινό πρέπει ακόμα ο συγγραφέας ν’ αφήσει κατά μέρος τις πολιτικές του πεποιθήσεις, πράγμα που δυστυχώς σπάνια γίνεται. «Αεί κράτιστον εστί τα αληθή λέγειν εν παντί καιρώ» τονίζει ο Μένανδρος.   
Σήμερα η έκδοση ενός συγγράμματος είναι πολλές φορές αρκετά εύκολη γιατί αν το θέμα είναι ενδιαφέρον προσφέρονται να βοηθήσουν οικονομικά, δήμοι, σύλλογοι, τράπεζες κ.α. με την φιλοδοξία του υποστηριχτεί των γραμμάτων αλλά και του ενδιαφερόμενου για τον τόπο του,  και γιατί όχι για τον συγγραφέα. Πάντως όλοι νομίζω συμφωνούμε ότι η ενέργεια αυτή είναι αξιέπαινος. Ωστόσο πολλές φορές, πριν την έκδοση του έργου, δεν γίνεται όσον έπρεπε αξιολόγησή του ή γίνεται επιπόλαια, οπότε φέρουν ευθύνη και όσοι βοήθησαν στην υλοποίησή της. Βέβαια δεν θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για εργασία αναγνωρισμένου συγγραφέα που χωρίς συζήτηση είναι πρόθυμοι να αναλάβουν την έκδοσή του και γνωστοί  εκδοτικοί οίκοι. Όλοι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως ό,τι εκδίδεται δεν είναι να πούμε  αρκεί η προσπάθεια.
Στις μέρες μας όσοι διανοούμενοι ασχολούνται με τις τέχνες και τα γράμματα, που όπως γνωρίζουμε όχι μόνο δεν λείπουν από το Βόλο, αλλά είναι  και πάρα πολύ αξιόλογοι, από λεπτότητα, θα μπορούσα να πω, αποφεύγουν να κάνουν κριτική ενός έργου όταν βλέπουν αδυναμίες, ενώ προθυμότατα, και πολύ σωστά, λένε τα καλύτερα λόγια όταν συμβαίνει το αντίθετο. Φυσικά ένα έργο δεν καλύπτει τα πάντα θεματικά και δεν θα έχει ατέλειες, σε ορισμένα σημεία, ακόμα και ανακρίβειες που μπορεί να προέρχονται από κάποια πηγή γραπτή ή προφορική, χωρίς φυσικά να λείπουν οι εξαιρέσεις. Καθήκον του συγγραφέα είναι να περιορίσει όσον το δυνατόν όλες αυτές τις αδυναμίες γιατί ένα βιβλίο πχ ιστορικό δεν θα το διαβάσει κάποιος για περάσει την ώρα του, αν κι αυτό μπορεί να συμβεί, αλλά  για ν’ αποκομίσει γνώσεις που θα τις χρησιμοποιήσει ανάλογα με την περίπτωση. Ένα σοβαρό ντοκουμέντο σε ένα σύγγραμμα και όχι μόνο είναι  μια φωτογραφία, αρκεί αυτή να είναι αυθεντική και να συνοδεύεται με την απαραίτητη λεζάντα  ώστε να διαφωτίζει τα πάντα που απεικονίζει. Απαραίτητο ακόμα και το από πού προέρχεται. Η φωτογραφία, που θα χρησιμοποιηθεί για κάποιο σκοπό, θέλει μεγάλη προσοχή, γιατί άλλο μπορεί να απεικονίζει  και άλλο να γράφει, από κάτω ή πίσω,  πως απεικονίζει. Ακόμα μπορεί κι αυτός που θα μας την προσφέρει να μας δώσει λανθασμένα στοιχεία. Για παράδειγμα σημειώνω πως στη ιστοσελίδα «Νεα Αγχίαλος» είδα να μοστράρει η φωτογραφία της «Μαρασλείου Σχολής Φιλιππουπόλεως» για σχολείο της Παλιάς Αγχιάλου. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Τέσσερις φωτογραφίες της Νέας Αγχιάλου αναφέρονται ως φωτογραφίες της Παλιάς Αγχιάλου. Δεν θα ήθελα να μιλήσω και για ορισμένα σημεία του κειμένου!
Και γεννάται το ερώτημα. Πρέπει κανείς να κλείσει το στόμα του όταν βλέπει να αλλοιώνεται η ιστορία και μάλιστα της πατρίδας  του; Νομίζω όχι. Αυτό φυσικά ισχύει και για τα δικά μας «γραφούμενα». Κανείς δεν είναι τέλειος. Να τι λέει για την κριτική ο λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Θανάσης Βαλτινός: « Η κριτική είναι απαραίτητος σε όλες τις τέχνες. Είναι ένα θέμα ευρύτερα πνευματικό, με ζυμώσεις, απόψεις, που μπορεί να είναι ωφέλιμες. Είναι ένας διάλογος απαραίτητος. Το έργο απευθύνεται στους αναγνώστες οι οποίοι κάνουν την άλλη μισή δουλειά. Κάθε αναγνώστης βάζει τα δικά του πράγματα μέσα. Ο κριτικός είναι ο πιο εξειδικευμένος αναγνώστης. Συχνά είναι εμπαθής και ανεπαρκής. Καμιά φορά ο διάλογος είναι λειψός, μέτριος, κακόπιστος, αλλά είναι διάλογος. Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς την κριτική».
 Ο μεγάλος Μεξικανός ζωγράφος Σικουέιρος, λέει πως κριτική πρέπει να κάνουν, εκτός των ειδικά καλλιεργημένων, κι εκείνοι που είναι μέσα στην ουσία των πραγμάτων. Δηλαδή ο ζωγράφος στο ζωγραφικό έργο, ο λογοτέχνης στο λογοτεχνικό έργο κ.ο.κ.  Δυστυχώς αυτό σπάνια γίνεται.
Σήμερα βλέπουμε με χαρά να γίνεται ένας αγώνας και αξιολόγησης του κάθε τι που έχει σχέση γενικά με τον πολιτισμό μας που άφησαν πίσω οι γενιές που πέρασαν και στο πρόσφατο παρελθόν. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, είναι και η ίδρυση των λαογραφικών μουσείων  που καλύπτουν την πλευρά του λαϊκού πολιτισμού μας. Είναι αναγνωρισμένο πια πως η προσφορά αυτών των Μουσείων είναι μεγάλη, γιατί παρουσιάζουν ζωντανά τα ίχνη του, αυτής της περιόδου, για την οποία κανείς δεν ενδιαφερόταν πριν. Ωστόσο κι εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή γιατί το αντικείμενο που θα εκτεθεί πρέπει να δίνει αληθινές και όσο δυνατόν περισσότερες πληροφορίες. Πολλές φορές η εξακρίβωση αν όντος ένα έκθεμα, π.χ. μια παραδοσιακή φορεσιά, εκπροσωπεί έναν τόπο, δεν είναι και τόσο εύκολη. Πρώτα-πρώτα η ιδιομορφία ενός τόπου, ακόμα και γειτονικού, μπορεί να συντελέσει σε αλλαγές. Αλλά και με τη πάροδο του χρόνο κι άλλοι παράγοντες, όπως η αλλαγή του τρόπου ζωής, η εγκατάσταση ξένων με άλλες συνήθειες, μπορεί να επιδράσουν. Και μια που αναφέραμε για παραδοσιακές στολές θα πούμε με την ευκαιρία δυο λόγια για τη παραδοσιακή φορεσιά, ανδρική και γυναικεία, της Ανατολικής Ρωμυλίας, της περιοχής που γεωγραφικά είναι σήμερα η νοτιοανατολική Βουλγαρία. Από τις φορεσιές που βλέπουμε στα λαογραφικά μουσεία, στις συλλογές συλλόγων αλλά και στα χορευτικά συγκροτήματα της περιοχής μας, σχηματίσαμε μια εικόνα για το ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους. Ωστόσο οι φορεσιές αυτές, οι οποίες πράγματι είναι γραφικές, εκπροσωπούν μόνο  μέρη του εσωτερικού της Ανατ. Ρωμυλίας (Καβακλή, Στενίμαχο κ.α.). Αν κανείς απ’ αυτούς που γνωρίζουν τα πράγματα τις προσέξει καλά, θα διαπιστώσει πως έχουν αρκετές ομοιότητες με τις Βουλγάρικες παραδοσιακές στολές των ίδιων περιοχών. Για παράδειγμα τα άσπρα «ποδοπάνια» με τα κορδόνια που περιβάλουν τις γάμπες και τα «τσερβούλια» αντί για παπούτσια στην ανδρική φορεσιά, θα τα έβλεπες μέχρι πρότινος και στα πόδια κάθε χωρικού Βούλγαρου με όποια στολή κι αν φορούσε. Σήμερα τις στολές αυτές, βλέπουμε να τις καθιέρωσαν σαν δικές τους παραδοσιακές και περιοχές που είχαν άλλη παράδοση. Για παράδειγμα το χορευτικό συγκρότημα του Δήμου Νέας Αγχιάλου έχει καθιερώσει αυτές. Όμως η Αγχίαλος και οι άλλες παραλιακές πόλεις της (Μαύρης Θάλασσας) Αν. Ρωμυλίας με ελληνικούς πληθυσμούς λόγω και τη μεγάλης ναυτικής τους παράδοσης που διευκόλυνε την επαφή τους με τον νησιωτικό και τον άλλο ελληνισμό είχαν υποστεί πολλές επιρροές. Και με την ευκαιρία να πούμε  ότι στην Π. Αγχίαλο είχαμε και οικογένειες που κατάγονταν από την Ύδρα, τη Λέσβο, τη Σκόπελο κ.α. Oι παραλιακές πόλεις είχαν περισσότερο επαφή με Πόλη, Οδυσσό, Ρουμανία παρά με το εσωτερικό. Εξαίρεση αποτελούσε η Φιλιππούπολη που πήγαιναν πολλοί Αγχιαλίτες για ανώτερες σπουδές. Γι’ αυτό και το γλωσσικό ιδίωμα των παραλίων ήταν διαφορετικό και συγγενικό με το Κωνσταντινουπολίτικο. Όλα αυτά, αλλά και ο πλούτος της Αγχιάλου, συνέβαλαν στο ν’ αλλάξει πολύ νωρίς ο τρόπος ζωής και να γίνει μικροαστικός. Το δημοτικό τραγούδι είχε εγκαταλειφθεί σχεδόν και παρ’ ότι διατηρήθηκαν μερικοί παραδοσιακοί χοροί, όχι όμως η μεγάλη  ποικιλία των ωραίων χορών του εσωτερικού, ήσαν στο φόρτε οι πόλκες, οι μαζούρκες τα βαλς κ.λπ. Η μόδα ήταν κατευθείαν από το Παρίσι.             
Όταν ήρθαν οι Αγχιαλίτες ως πρόσφυγες εδώ καμία Αγχιαλίτισσα δε φορούσε παραδοσιακή στολή. Λίγα στοιχεία υπήρχαν στο ντύσιμο μερικών ηλικιωμένων  Αγχιαλιτών. Το πλατύ ζωνάρι και το φαρδύ χονδρό πανταλόνι (ποτούρ’). Από μαρτυρίες που έχουμε ξέρουμε πολύ καλά πως ή ανδρική παραδοσιακή φορεσία που κρατήθηκα και λίγο πριν τις αρχές του 20 αιώνα στην Παλιά Αγχίαλο ήταν σε γενικές γραμμές μαύρη, μπλέ βράκα, άσπρη κάλτσα, κοντοπάπουτσο, πλατύ ζωνάρι άσπρο ή κόκκινο, φέσι με φούντα. Όσο για τη γυναικεία έχουμε λίγα στοιχεία. Πάντως από περιγραφές που μου έκανε η μητέρα μου για την παραδοσιακή φορεσιά της γιαγιάς της, αλλά και από άλλες μαρτυρίες, συμπεραίνω πως αυτή δεν είχε καμιά σχέση με αυτές του χορευτικού συγκροτήματος της Νέας Αγχιάλου. Σε ένα έργο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου (1928), όπως σημειώνεται, απεικονίζονται δύο Αγχιαλίτισσες προσφυγοπούλες με παραδοσιακές στολές, μάλλον καθημερινές. που έχουν στοιχεία των στολών του εσωτερικού. Πιστεύω ότι πρόκειται για ελληνίδες των χωριών της Αγχιάλου που ήταν προς το εσωτερικό και οι οποίες ήρθαν στην Ελλάδα μετά τη Συνθήκη Νεϊγύ (1919), της εθελουσίας ανταλλαγής, ενώ οι Αγχιαλίτες όπως ξέρουμε ήρθαν το 1906. Με την ίδια συνθήκη εγκαταστάθηκαν στην Π. Αγχίαλο, σημερινή Πομόριε, πολλοί Βούλγαροι που έφυγαν από τη δική μας Θράκη και Μακεδονία, μάλιστα ο σημερινός δήμαρχος της πόλης κρατάει απ’ αυτούς. Αυτοί είχαν τις δικές τους βουλγαρικές παραδοσιακές φορεσιές, που αρκετοί φυλάνε ακόμη στα σπίτια τους εκεί.
Πριν κλείσουμε σημειώνω ακόμη πως αν ρίξει κανείς μια ματιά στο βιβλίο του Αριστείδη Ι. Παπαδάτη «Ιστορία-Αγώνες-Δίκαια του Ελληνισμού της Αν. Ρωμυλίας» Αθήναι 1945, θα αντικρίσει την εικόνα ενός Έλληνα λεμβούχου (βαρκάρη) των παραλίων της Αν. Ρωμυλίας (Μαύρης Θάλασας), και μιας Ελληνίδας χωρικής της Αν.Ρωμυλίας (Μusee Cosmopolit No 98, 102, Ansienne Maison Aubert), και που παραθέτουμε. Γεννάται όμως το ερώτημα: Η στολή που φορεί η Ελληνίδα χωρική, έστω αυτή η καθημερινή, ποιας περιοχής της Ανατ. Ρωμυλίας είναι; Το περίεργο όμως είναι ότι δεν βλέπουμε να έχει και πολλές ομοιότητες με καμία από τις στολές που γνωρίζουμε. Ίσως να είναι από εκείνες των παραλίων που είχαν πάψει να φοριούνται από χρόνια.

Εφημ. «Σύγχρονη Σκέψη» Ιούλιος –Αύγουστος 2008. αριθ. φύλλου 66
«Νέα  Αγχίαλος» http:// www. neaaghialos.gr/documents/33.html
Eφημ. « Η καθημερινή» -ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ- Τεύχος 277- 21/9/200
Θ. Πάνου «Φόρμα και θεματικό περιεχόμενο στη ζωγραφική» Αθήνα 1978
Δ. Μαυρομμάτη  « Η Αγχίαλος μεσ’ από τις φλόγες» Αθήναι 1930
Γ. Διονυσίου «Αχελινά» Αθήνα 1986
Γ. Διονυσίου « Μια Αγχίαλος νέα γεννιέται» Βόλος 2007
Οικογενειακές και άλλες παραδόσεις της Αγχιάλου
  


Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Η μουσική κίνηση στη Νέα Αγχίαλο κατά την περίοδο του Μεσοπόλεμου


                                                                                              Γιώργου  Διονυσίου

Όταν το 1908 οι Αγχιαλίτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο νεόκτιστο συνοικισμό, της Νέας Αγχιάλου, αμέσως ενδιαφέρθηκαν  για τη λειτουργία  των σχολείων και αυτό ήταν φυσικό, γιατί στη παιδεία είχαν μεγάλη παράδοση. Να σημειωθεί ότι ο αναλφαβητισμός στους Αγχιαλίτες ήταν ανύπαρκτος. Όμως τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπισαν και οι συμφορές, με φοβερότερη την ελονοσία, συνέπεια της οποίας ήταν ο αφανισμός ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού και η φυγή ενός άλλου, τους ανάγκασε να συγκεντρώσουν όλη την ενεργητικότητα τους γύρω από την επιβίωση. Αλλά και με τις καλύτερες συνθήκες, οι Αγχιαλίτες, για να τα βγάλουν πέρα, εφόσον θα στηρίζονταν μόνο στα αγροτικό εισόδημα, θα έπρεπε να εργάζονται όλοι οικογενειακώς. Αυτό το τόνιζε και ο γεωπόνος Χασιώτης στην έκθεσή του, που υπέβαλε στο κράτος, όταν πρότεινε για την εγκατάσταση των Αγχιαλιτών το τσιφλίκι του Παν. Τοπάλη.
Έτσι εξηγείται το ό,τι ακόμα και στα μέσα της δεκαετίας του 1930, η πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου δεν είχε ποτέ λιγότερα από 100 παιδιά, όπως η δική μας που είχε 118, ενώ η πέμπτη μαζί με την έκτη δεν περνούσε τα 30. Ήταν τόσες οι ανάγκες που μόλις άρχισε να στέκεται καλά στα πόδια του ένα παιδί, το σταματούσαν από το σχολείο για να δώσει ένα χέρι βοήθειας στους ταλαίπωρους γονείς. Υπήρχαν κι άλλοι λόγοι μα αυτός ήταν ο κυριότερος. 
Έτσι παρά την αγάπη των Αγχιαλιτών στα γράμματα, ελάχιστοι είχαν ακολουθήσει ανώτερες σπουδές, τα πρώτα χρόνια, κι αυτοί ήσαν παιδιά μερικών οικογενειών που είχαν φέρει αρκετό χρήμα από την Βουλγαρία, και οι οποίοι καθώς και οι οικογένειές τους γρήγορα εγκατέλειψαν τη Νέα Αγχίαλο. Οι άλλοι δυστυχώς τίποτε. Πόσες φορές δεν είχα ακούσει να λέγει ο πατέρας μου, που ήταν δάσκαλος: «Κρίμα εκείνο το παιδί… που δεν θα πάει στο γυμνάσιο! Είπα και ξαναείπα στο πατέρα. Τίποτε εκείνος. Δεν γυρίζει το κεφάλι του». Και να φανταστεί κανείς πως αυτός ο πατέρας μπορούσε να σου απαγγείλει απ’ έξω μια  ολόκληρη περικοπή από τον Ξενοφώντα.   
Μόλις από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 άρχισαν να πηγαίνουν οι πρώτοι μαθητές στο γυμνάσια, του Βόλου και του Αλμυρού  και δεν ήσαν μόνο παιδιά των δασκάλων ή του γιατρού, αλλά και γεωργών, γιατί οι Αγχιαλίτες με την καπνοκαλλιέργεια, την αμπελουργία και μερικά άλλα είχαν αρχίσει ν’ ανεβαίνουν οικονομικά. Ωστόσο οι μαθητές αυτοί, μεταξύ των οποίων και δύο κοπέλες, μετρούνταν στα δάχτυλα. Όσο για τους επιστήμονες, οι πρώτοι που εμφανίστηκαν,  ένας δάσκαλος, τρεις δικηγόροι και δυο γιατροί, ήταν στις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1950.       
Όμως οι παλιοί Αγχιαλίτες δεν είχαν μόνο παράδοση στη παιδεία, είχαν και στη μουσική και μάλιστα στη κλασική. Δεν ήσαν σπάνιοι εκείνοι που γνώριζαν βιολί, κιθάρα, φλάουτο, οκαρίνα, μούζκα (φυσαρμόνικα, είδος μικρού απλού ακορντεόν) ακόμα και πιάνο, που μερικοί είχαν και στα σπίτια τους. Βέβαια υπήρχαν και οι λαϊκοί οργανοπαίχτες που απ’ την κομπανία τους δεν έλειπαν τα σαντούρια και τα λαούτα αλλά και οι τρόμπες. Οι γκάιδες όμως έλειπαν από την Αγχίαλο. Αν εμφανίζονταν καμιά, ιδίως τις μέρες του τρύγου, που έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα, θα ήταν απ’ έξω. Πέρα απ’ αυτούς, υπήρχαν στην Αγχίαλο και οι τσιγγάνοι οργανοπαίχτες. Οι κατσίβελοι ή τσεγγενέδες, όπως τους έλεγαν, που ήσαν μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Να σημειώσουμε εδώ πως στην Αγχίαλο υπήρχε από παλιά και εκκλησιαστική μουσική παράδοση.
 Πριν ακόμα από το τέλος του 19ου αιώνα οι Αγχιαλίτες  είχαν αρχίσει να ζουν μια μικροαστική ζωή. Σ’ αυτό συνετέλεσε ο πλούτος τους και η μεγάλη επικοινωνία που είχαν με Κων/πολη, Οδυσσό, Βουκουρέστι κ.α. Η μόδα ήταν κατ’ ευθείαν από τους μεγάλους οίκους του Παρισιού: Σαμαριτέν, Γκαλερί Λαφαγέτ κ.α. Τις παραδοσιακές στολές που έμοιαζαν πολύ μ’ αυτές της νησιωτικής Ελλάδας, και δεν είχαν καμιά σχέση μ΄ αυτές που βλέπουμε σήμερα στο χορευτικό «παραδοσιακό» συγκροτήματος Νέας Αγχιάλου, ελάχιστοι τις φορούσαν στις αρχές του 20 ου αιώνα. Το μόνο που διατηρήθηκε, ακόμα και στη Ν. Αγχίαλο μέχρι τις μέρες μου, ήταν το πλατύ μάλλινο ζωνάρι. Το ίδιο συνέβη και με το δημοτικό τραγούδι που εγκαταλείφτηκε σχεδόν τελείως, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και αντικαταστάθηκε με το ελαφρό της εποχής και ιδίως την καντάδα. Οι Αγχιαλίτες ήσαν άριστοι τραγουδιστές. Δεν προλάβαινε ένας να ανοίξει το στόμα του και αμέσως έμπαινε το σιγόντο και το μπάσο. Πέρα από τα γνωστά τραγούδια του πανελλήνιου είχαν και δικά τους (τύπου καντάδας) που ήταν έργο Αγχιαλιτών συνθετών. Πολλά από αυτά που έφτασαν και στη Νέα Αγχίαλο δεν τα άκουσα πουθενά αλλού. Πρέπει να πούμε εδώ πως πολλοί, σαν γνώστες και της Τουρκικής γλώσσας, ήξεραν και ωραία παλιά τούρκικα τραγούδια, αλλά και χορούς, ενώ εκείνοι που ήξεραν κανένα βουλγάρικο ήσαν λιγότεροι. Δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο, σε γλέντια, όταν το κρασί έπαιρνε και έδινε, να ακούς ένα αχταρμά από τραγούδια, και να βλέπεις να χορεύουν ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ήσαν αυτά που ζούσαν ακόμα βαθιά στην ψυχή τους, γεννήματα αδελφικής ή εχθρικής συμβίωσης με άλλους λαούς. Τα περισσότερα από  τα δημοτικά που επέζησαν, επέζησαν γιατί η μελωδία τους ήταν σε ρυθμό ορισμένων παραδοσιακών χωρών που αγαπούσαν πολύ, όπως καλαματιανό, συρτό, μπαϊντούσκα, σίρμπα, χασάπικο και βατάμικο που ήταν ένας χορός ψαράδων. Τους άλλους ωραίους χορούς του εσωτερικού της Ανατολικής Ρωμυλίας οι Αγχιαλίτες δεν τους χόρευαν. Επέζησαν όμως και μερικά άλλα δημοτικά που είχαν σχέση με το γάμο και τη λαϊκή λατρεία. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω δημοτικά και εκείνα που «έβγαζε» ο λαός σε περιπτώσεις μεγάλης λύπης ή χαράς, που δεν έλειπαν από την Αγχίαλο.
 Στους «μπάλους» δηλαδή στους χορούς που οργανώνονταν στην Παλιά Αγχίαλο, αν και δεν έλειπαν οι παραδοσιακοί χοροί, και προπαντός η μπαϊντούσκα, που τη χόρευαν «αλα ρόσκα» δηλαδή πολύ πηδηχτά, επικρατούσαν οι ευρωπαικοί που τους ρυθμούς τους γνώριζαν και οι λαϊκοί οργανοπαίχτες: Τανγκό, βάλς, βάλς σιτασιόν, φοξ, φοξ τροτ, φοξ καντρίλιες, μαζούρκα, πόλκα. Είχαν τόσο εγκολπωθεί αυτούς τους χορούς, που μεθούσαν κυριολεκτικά όταν τους χόρευαν! Με την ευκαιρία να πούμε πως είχαν και λατέρνες που έπαιζαν, πολλές φορές, σ΄ αυτούς τους χορούς με ίδιο ρεπερτόριο.         
 Με τον ερχομό των Αγχιαλιτών εδώ στην Ελλάδα ήταν φυσικό να φέρουν μαζί τους, κοντά σε όλα, και τη μουσική τους παράδοση. Όσοι είχαν διασώσει τα μουσικά όργανα τα κουβάλησαν κι αυτά εδώ: Βιολιά, λαούτα, σαντούρια, φλάουτα, φυσαρμόνικες (μούζκες), τρόμπες, κιθάρες. Μαζί με όλα ήρθαν  κι ένα πιάνο και δυο λατέρνες. Έτσι σε κάθε ευκαιρία, παρ’ όλα τα προβλήματα η μουσική έπαιρνε και έδινε με το ίδιο ρεπερτόριο της παλιάς πατρίδας. Πολλοί απ’ αυτούς που έπαιζαν όργανα, από τα πρώτα χρόνια κιόλας λόγω των συμφορών εγκατέλειψαν τη Νέα Αγχίαλο παίρνοντας μαζί και τα «εργαλεία» τους. Μέχρι το 1940 και λίγο αργότερα, υπήρχε στη Νέα Αγχίαλο ακόμη κομπανία, και μάλιστα δυο, από Αγχιαλίτες οργανοπαίχτες της προσφυγικής γενιάς, αλλά μόνο με βιολί, λαούτο και κλαρίνο, που αντικατέστησε εδώ το φλάουτο και την οκαρίνα, με το ίδιο ρεπερτόριο στο οποίο επικρατούσαν τα ευρωπαϊκά. Όλοι οι χοροί δίνονταν, τις αποκριές, και άλλες γιορτές, για διασκέδαση αλλά και για άλλους σκοπούς ιδίως στο μεγάλο καφενείο της αγοράς ή στο Σχολείο είχαν αστικό χαρακτήρα. Αυτό το επισφράγιζαν και τα τραγούδια που ακούγονταν. Όλα τα ελαφρά τραγούδια της εποχής, έπαιρναν και έδιναν στη Ν. Αγχίαλο. Σαν πηγή ήταν τότε οι δίσκοι γραμμοφώνων, εκείνων των γραμμοφώνων με τα τεράστια χωνιά  που αρκετοί είχαν προμηθευτεί, αλλά και οι περιοδεύοντες θίασοι με τις τραγουδίστριες και τους μουζικάντες τους που δεν παρέλειπαν να περνούν κάθε καλοκαίρι. Από τους δίσκους μάθαιναν και τα ρεμπέτικα της εποχής τα οποία είχε αρχίσει να τα τραγουδά ο πιο απλός κόσμος. Ιδιαίτερα είχε αρχίσει να αγαπά εκείνα που είχαν ρυθμό χασάπικου η χασαποσέρβικου που ήταν μισοπαραδοσιακοί χοροί της Αγχιάλου. Υπήρχε όμως και ντόπια κομπανία με παλιοελλαδίτικο ρεπερτόριο, τσάμικα κ.α. για την εξυπηρέτηση του μη προσφυγικού στοιχείου, Σαρακατσάνων και Παλιοχωρίσιων,  που είχε εγκατασταθεί στη Ν. Αγχίαλο.   
Στο δημοτικό σχολείο της Ν. Αγχιάλου στη δεκαετία του 1920 και 1930 από τους δασκάλους που υπηρετούσαν, ο Διαμάντης Καλιαντζόγλου, και ο Παναγιώτης Διονυσίου (πατέρας μου) έπαιζαν βιολί που η χρήση του στο σχολείο ευχαριστούσε τους μαθητές και έκανε πολλούς να επιθυμούν τη μάθησή του.
Σ’ αυτό συναινούσαν και οι γονείς τους μια που τα μαθήματα θα γίνονταν στο χωριό. Τα πρώτα μαθήματα βιολιού και κιθάρας τα έδωσε ο Π. Διονυσίου. Όμως βλέποντας, από τη μια μεριά πως οι γνώσεις του δεν του επέτρεπαν να προχωρήσει περαιτέρω, και απ’ την άλλη πως υπήρχε μεγάλη προθυμία από πολλούς γονείς να  μάθουν στα παιδιά τους όργανο, ζήτησαν να έρχεται στην Ν. Αγχίαλο ο μουσικός Μιχάλης Ποτούμκιν, ο γνωστος «Ρώσος» που διατηρούσε και δικό του ωδείο στην οδό Δημητριάδος του Βόλου, πράγμα που δέχτηκε με προθυμία. Αυτό εν έτη 1934. Ο Ποτούμκιν είχε εγκατασταθεί και παντρευτεί στο Βόλο μετά τη φυγή του από τη Ρωσία στο καιρό της Οκτωβριανής Επανάστασης σαν τσαρικός αξιωματούχος που ήταν. Ήταν άριστος μουσικός και δάσκαλος και συμμετείχε σε πολλά μουσικά δρώμενα του Βόλου. Ήταν μαέστρος στη μαντολινάτα της οποίας θυμάμαι μια συναυλία το 1938 στο παλιό Δημοτικό Θέατρο. Αν δεν απατώμαι διηύθυνε και εκκλησιαστικές χορωδίες. Ήταν επίσης και άριστος ζωγράφος. Ο ίδιος είχε ζωγραφίσει το σκηνικό της φυλακής, όταν η έκτη τάξη του Γυμνασίου Βόλου ανέβασε το 1938, επίσης στο παλιό Δημοτικό  Θέατρο, το έργο του Βασίλη Ρώτα  «Ρήγας ο Βελεστινλής» Αυτό το γνωρίζω γιατί, λόγω αναστήματος, είχα επιλεγεί μαζί με άλλους συμμαθητές μου, πρώτης οκταταξίου, να υποδυθούμε τα παιδιά που φυγάδευε ο Ρήγας.
Το ενδιαφέρον για τη μάθηση οργάνων στη Ν. Αγχίαλο εξέπληξε το Ρώσο που αποφάσισε να την επισκέπτεται δυο φορές την εβδομάδα. Οι προτιμήσεις των αγοριών, εκτός από δύο κοπέλες, ήταν το βιολί αλλά και η κιθάρα, ενώ των κοριτσιών  το μαντολίνο. Οι μαθητές του βιολιού ήσαν δέκα αγόρια και δυο κοπέλες. Η διδασκαλία βιολιού στηριζόταν στις μεθόδους «Λαουρέ» Οι μαθητές της κιθάρας ήσαν άλλοι τόσοι περίπου, ενώ τα μαντολίνα υπερέβαιναν τα δεκαπέντε. Μερικοί από τους μαθητές, που οι περισσότεροι ήσαν παιδιά αγροτών και όχι μόνο των δασκάλων, του γιατρού κ.λπ. είχαν μεγάλο ταλέντο, όπως έλεγε ο Ρώσος. Μα ο ζήλος δεν έλειπε από κανένα. Καθημερινά θυμάμαι να αντηχούν οι γειτονιές από τα βιολιά τις κιθάρες και τα μαντολίνα, αλλά και τις γνωστές φυσαρμόνικες, όπως η «πίκολο» κ.α. που έπαιζαν με μεράκι οι εραστές της Μούσας. Σημειώνω πως μεταξύ των πρώτων μαθητών ήταν και ο αδελφός μου.  
Θέλοντας να προβάλει το έργο του ο Ποτούμκιν, αλλά και να ψυχαγωγήσει και ευχαριστήσει τους Αγχιαλίτες οργάνωνε με κάποια ευκαιρία και καμιά μουσική εκδήλωση. Μια απ’ αυτές τις εκδηλώσεις ήταν και η  συναυλία που δόθηκε μια γιορτινή μέρα του 1938 σε κεντρικό καφενείο της Αγχιάλου, με έργα Στράους, Γκρίγ, και Ιράιδεν (εισαγωγή από το Χαλίφη της Βαγδάτης). Έπαιζαν τρία βιολιά, δυο κιθάρες, δυο μαντολίνα και ένα ακορντεόν, που είχε φέρει από το Βόλο, λόγω έλλειψης πιάνου. Η συναυλία που στέφτηκε με επιτυχία είχε κα τη κωμική πλευρά. Δεν ξέρω ποιος από τις αρχές της Αγχιάλου σύστησε στο μαέστρο ότι  καλό θα ήταν να αρχίσει η εκδήλωση με το παίξιμο από την ορχήστρα  του ύμνου της 4ης Αυγούστου που τότε βρισκόταν στις δόξες της. «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα…». Ο ρώσος αν και αιφνιδιάστηκε, δεν τα έχασε.  Σηκώνει τα χέρια προς την ορχήστρα και αρχίζει να τραγουδά  «Γκιατί καίρεται ο κόσμος...» δίνοντας το σύνθημα. Ήξερε καλά πως δεν υπήρχε νέος εκείνη την εποχή που να μην γνωρίζει αυτά τα τραγούδια και να μην τα παίζει, λίγο ως πολύ, στο όργανο που μάθαινε. Και αυτό ήταν φυσικό, γιατί και κανένας σχεδόν δεν υπήρχε που να μην είναι μέλος της ΕΟΝ (Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας) σκαπανίτης ή φαλαγγίτης. Με το «Γκιατί καίρεται…», λοιπόν, του μαέστρου τα όργανα άναψαν. Τώρα τι έπαιζαν μόνον αυτοί γνώριζαν, γιατί τα ζωηρά χειροκροτήματα που ξέσπασαν αμέσως, στη κατάμεστη αίθουσα, σκέπασαν κάθε άλλο ήχο… Μετά από την απρόοπτη αυτή μουσική εισαγωγή η ορχήστρα πέρασε στο πρόγραμμα της που εκτέλεσε με επιτυχία. Η καλλιτεχνικό αυτή εκδήλωση της Νέας Αγχιάλου είχε αντίκτυπό και στην ευρύτερη περιοχή. Μάλιστα η τοπική εφημερίδα του Αλμυρού «Προς την πρόοδο» της αφιέρωσε ένα κολακευτικό άρθρο με τίτλο «Εξ Αγχιάλου τα φώτα».
Ωραία πήγαιναν τα πράματα, ωραία περνούσε και ο Ρώσος με τους Αγχιαλίτες. Πρόσφυγας αυτός. Πρόσφυγες κι εκείνοι. Ταίριασαν σε όλα και προπάντων στο κρασάκι, που λάτρευε κυριολεκτικά και ο μαέστρος. Όμως η κήρυξη το 1940 του πολέμου έφερε τέλος σε όλα, γιατί κανένα από τα παιδιά αυτά ακόμη κι εκείνα που είχανε ταλέντο δεν συνέχισε τις σπουδές όχι μόνο κατά το διάστημα της Ιταλογερμανικής Κατοχής αλλά και μετά την απελευθέρωση. Όμως με κάθε ευκαιρία, όσα ήσαν προχωρημένα και δεν είχαν εγκαταλείψει το παίξιμο δεν έχαναν την ευκαιρία να δίνουν το παρόν σε διασκεδάσεις, σε χορούς και άλλες εκδηλώσεις, που γίνονταν για ψυχαγωγία και για άλλους σκοπούς. Τέτοιες ήσαν εκείνες οπού γίνονταν στο διάστημα του Ελληνοιταλικού πολέμου και στα χρόνια της Κατοχής από τις Αντιστασιακές Οργανώσεις, αλλά και μετά την απελευθέρωση για ένα διάστημα.    

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β' Μητροπολίτης Αγχιάλου 1889 - 1906 (Αναδημοσίευση άρθρου Γιώργου Διονυσίου)

Mετά τη μετάθεση του Μητροπολίτου Αγχιάλου Βασίλειου Α΄ στη Μητρόπολη Σμύρνης και την τοποθέτηση διαδοχικά, των Μητροπολιτών, Ανθίμου, Γρηγορίου και Σωφρονίου, που κάλυψαν μόνο την περίοδο 1885-1889, χειροτονήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1889 Μητρ/της Αγχιάλου ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος Γεωργιάδης. Ο νέος δεσπότης Βασίλειος Β΄ κατάγονταν από τη Φιλαδέλφεια Μ. Ασίας. Σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα και στη Γερμανία, Δίδαξε ερμηνευτική και εβραϊκά στη «θεολογική Σχολή της Χάλκης». Το 1884 διορίστηκε διευθυντής της «Πατριαρχικής Ιερατικής Σχολής», η οποία στις μέρες του άνθισε, και αρχισυντάκτης της «Χριστιανικής Αλήθειας». Μετά την καταστροφή της Αγχιάλου, που συνέβηκε στις μέρες του, διοίκησε τις επαρχίες Πελαγονίας και Νικαίας και στη συνέχεια εκλέχτηκε Οικ/κός Πατριάρχης το 1925. Έγραψε και δημοσίευσε μεταξύ άλλων δυο λόγους Μιχαήλ Ακαμινάτου και Γεωρ. Βούρτζη Μητροπ. Αθηνών, μελέτη περί Γρηγορίου Θεολόγου του Ναζιανζηνού (στη Μαράσλειο Βιβλιοθήκη), συλλογή «Σκέψεων», ειδικά για τις σχέσεις των Εκκλησιών. Πέθανε το 1929.
Για τη δράση του Βασίλειου Β΄ σαν Μητροπολίτη Αγχιάλου έγραψαν τέσσερις Αγχιαλίτες συγγραφείς, οι οποίοι μάλιστα τον γνώρισαν από κοντά. Ο Διαμ. Διαμαντόπουλος, που υπήρξε και καθηγητής στη «Ευαγγελική Σχολή» της Σμύρνης, τον χαρακτηρίζει, ελληνομαθέστατον, πολυμαθή και διακεκριμένο ρήτορα και ότι στις μέρες του η Αγχίαλος απέκτησε το θαυμάσιο μέγαρο του Παρθεναγωγείου, που ανεγέρθηκε με το κληροδότημα της Φωτεινής Καρυάνδη από τη Ρωσία. Πρωτοστάτησε δε ακόμα στην ανέγερση του μεγαλοπρεπούς ναού της Παναγίας προσφέροντας, εκτός των άλλων, και προσωπική εργασία, πράξη που ενθάρρυνε όλους τους εργαζόμενους. Ωστόσο, σημειώνει, ο εγωιστικός του χαρακτήρας διαίρεσε την Κοινότητα, στην ταραχώδη για την Ανατολική Ρωμυλία εκείνη περίοδο, μετά το Βουλγαρικό πραξικόπημα της Φιλιππούπολης, και κατέστρεψε την ζηλευτή μέχρι τότε κοινή συνεργασία των κοινοτικών παραγόντων και των άλλων πολιτών.
Όταν στις 30 Ιουλίου 1906 καταστράφηκε η Αγχίαλος και θεωρήθηκε ότι έπεσε ηρωικά και ο Βασίλειος, πράγμα που δεν ευσταθούσε, η εφημερίδα της Αθήνας «Ακρόπολις» δημοσίευσε στις 2/8/1906 το πιο κάτω άρθρο με τίτλο « Τις ο Αγχιάλου Βασίλειος» όπου σκιαγραφείται η προσωπικότητά του: « Ευειδής μεγαλοπρεπής την όψιν, πεντηκοντούτης περίπου, ευπαίδευτος και διάπυρον έχων εν τη καρδία και τη ψυχή ζήλον υπέρ της Εκκλησίας και του Γένους. Σπουδάσας κατ’ αρχάς εν Κωνσταντινουπόλει συνεπλήρωσε τας σπουδάς του εν τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Εκ πρώτης όψεως εφαίνετο ανήρ όχι συνήθης, αλλά επίλεκτον της ανθρωπότητος μέλος. Προαχθείς εις Μητροπολίτην Αγχιάλου επελάβετο μετά ζήλου του έργου της εμψυχώσεως και εδρεώσεως της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού εν τη αρχαιόθεν ελληνικοτάτη εκείνη επαρχία. Ο μεγάλος του ζήλος εξώθει ίσως αυτόν εις το να σχεδιάζη πάντα μεγάλα, τούτου δ’ ένεκα εξηγέρθει κατ’ αυτού η συντηρητικωτέρα μερίς του ποιμνίου του, ήτις και ήρξατο εργαζόμενη κατ’ αυτού δι’ αναφορών προς το Πατριαρχείον και δια δημοσιευμάτων δια του τύπου».
Όπως συνεχίζει το δημοσίευμα, ο Βασίλειος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης εκ μέρους της μεγάλης Εκκλησίας, η οποία και δεν αποδέχονταν τις κατηγορίες. Έτσι μετά την απομάκρυνσή του για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη όπου διετέλεσε Συνοδικός, πάλι ανέλαβε την Μητρόπολη της Αγχιάλου παρά την αντίδραση των δυσαρεστημένων. Γνωρίζοντας καλά την αξία της πνευματικής κληρονομιάς του Έθνους και της Εκκλησίας και τον μελλοντικό κίνδυνο που διέτρεχαν, έγγραφα, βιβλία, κειμήλια κ.α. τα περιμάζευε και για εξασφάλιση τα έστελνε στην Αθήνα. Ένα απ’ αυτά ήταν το περίφημο εκκλησιαστικό μουσικό χειρόγραφο γραμμένο το 1450, τρία χρόνια πριν την Άλωση, που περιλαμβάνει και τον περίφημο πολυχρονισμό του τελευταίου Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, όπως το έψαλλαν τότε στις εκκλησίες. Το έγγραφο στάλθηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη και για την κίνηση αυτή πήρε τον έπαινο του εφόρου της, Γ. Κωνσταντινίδη, στον οποίο απάντησε ευχαριστώντας τον, αλλά δίνοντας και συμβουλές για τη λειτουργία, διατήρηση, αλλά και ίδρυση και άλλων βιβλιοθηκών στην Αθήνα. «Έχομεν ανάγκη», σημειώνει, «μελέτης και μαθήσεως εμείς οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων». Ενώ άλλοτε επικρίνει το διστακτικό χαρακτήρα και την αδιαφορία των ιθυνόντων του Γένους και την δειλία των σύγχρονων Ελλήνων, ευχόμενος να βρεθεί κάποιος Θεόσταλτος που να συναρπάσει τον εκλεκτόν αυτόν λαό σε μεγάλα έργα και να θάψει όλη την «επικαθήσασαν» σαπίλα της Ανατολής.
Aλλά ας δούμε πως τον περιγράφει και ο Δράκος Μαυρομμάτης : «Βασίλειος ο Β’. Μητροπολίτης Αγχιάλου. Φυσιογνωμία από τις ολίγες που είχε να παρουσιάσει ο Ελληνισμός. Τον βλέπω μπροστά μου όπως τον έχω ιδεί με τα παιδικά μου μάτια. Τα χρόνια που περάσαμε από τότε δε με αξίωσαν να τον να τον ιδώ ξανά… να φιλήσω το άγιό του χέρι ξανά και ν’ ακούσω τη φωνή του, εκείνη την ήσυχη, την καθαρή φωνή του όπως την έχω στ’ αυτιά μου ύστερα από τόσα χρόνια! Δυο φωνές με έχουν μαγέψει στη ζωή μου, του Μητροπολίτη Βασιλείου όταν λειτουργούσε στην εκκλησία της Παναγίας στην Αγχίαλο και του Βενιζέλου όταν ομιλεί. Ο Αγχιάλου Βασίλειος είχε μεγάλες αρετές. Λιτός αφιλοχρήματος γι’ αυτό και πάντα φτωχός, ηθικός. Στο περιβάλλον του δεν θυμούμαι τίποτε που να μπορώ σήμερα να το παρεξηγήσω, Μόνος του θεράποντας ο Ξενοφών. Στο μητροπολιτικό μέγαρο το κρεβάτι του απλό σ’ ένα γωνιακό μικρό δωμάτιο με ανοιχτά τα παράθυρα προς τον Εύξεινο, η βιβλιοθήκη του μεγάλη. Κάποτε είχα τρυπώσει μέσα όταν ο μακαρίτης ο πατέρας μου, δάσκαλος στην Αγχίαλο, είχε αναλάβει να την τακτοποιήσει… O ιστορικός που θα σταθεί εμπρός στη φωτεινή του φυσιογνωμία θα του βρει κι άλλες αρετές κι άλλα προτερήματα. Ίσως να του βρει και ελαττώματα. Εκείνο που φοβάμαι πως θα του καταλογίσει είναι η Παναγία, η όμορφη εκκλησία, την οποία βάλθηκε να χτίσει, καρφί στα μάτια των Βουλγάρων. Η εκκλησία αυτή, ίσως πει ο ιστορικός, έκαψε την Αγχίαλο κι ίσως να μην έχει άδικο».
Ο ναός αυτός, που την ανέγερσή του ανέλαβε προσωπικά ο δεσπότης ήτανε ο μεγαλύτερος ελληνικός ναός στη Βουλγαρία. Για να φανταστεί κανείς το μέγεθός του αρκεί να σκεφτεί ότι κάθε μια από τις τέσσερις κολόνες που στήριζαν το τρούλο δεν μπορούσαν να τις αγκαλιάσουν τέσσερις άνδρες μαζί. Για το χτίσιμο ξοδεύτηκαν όλοι οι πόροι της Κοινότητας, τα κληροδοτήματα για τη λειτουργία των σχολείων (πληρωμές δασκάλων κ.λπ.) και άλλες χορηγίες. Έγιναν έρανοι μέχρι και στην Αίγυπτο και μπήκε και προσωπική εργασία. Το χειρότερο όμως ήταν ότι μεγάλωσε το μίσος των Βουλγάρων που ήδη απειλούσαν πως με την πρώτη ευκαιρία θα τον άρπαζαν. Όταν μετά πυρπολήθηκε η Αγχίαλος, και ο ναός, φάνηκε καθαρά πόσο δίκαιο είχαν οι «συντηρητικοί», που έλεγαν πως δεν χρειαζόταν, ένας τόσο μεγάλος ναός σε ένα τόσο μικρό μέρος.
Την περίοδο αυτή οι Αγχιαλίτες ήσαν διηρημένοι σε «δεσποτικούς», που ήταν ο απλός λαός και «αντιδεσποτικούς», που ήσαν οι τσορμπατζήδες, δηλαδή οι προύχοντες. Αναφέρεται μάλιστα και ένα περιστατικό που δείχνει πού είχαν φθάσει τα πράγματα: Καθόταν, λέει, ο τζορμπατζής της Αγχιάλου γέρο Αμηράς ( ήταν και εξάδελφος της γιαγιάς μου) σε ένα καφενείο του κεντρικού δρόμου, όταν πέρασε η άμαξα με τον δεσπότη που γυρνώντας πότε απ’ εδώ, πότε απ ‘ εκεί, ευλογούσε τους πιστούς. Όταν έφτασε η άμαξα εκεί που καθόταν ο Αμηράς, σηκώθηκε αυτός επιδεικτικά, γύρισε την καρέκλα και υποδέχτηκε το δεσπότη με την πλάτη!
Για να δούμε όμως πως περιγράφει το Βασίλειο η λογοτεχνική αλλά και «αριστερή» πένα του Βάρναλη, που τον γνώριζε αρκετά καλά:
 «Δυο προσωπικότητες κυριαρχούσαν με τη λάμψη του αξιώματός τους στον ελληνικό πληθυσμό του Πύργου. Ο πρόξενος και ο δεσπότης. Ο ένας εκπρόσωπος της μεγάλης πατρίδας, ο άλλος αρχηγός της Ορθοδοξίας ήταν ο νους και η ψυχή των «αλύτρωτων αδελφών». Οι πρόξενοι ερχόντανε και φεύγανε. Μα ο δεσπότης έμενε. Δεκαοκτώ ολάκερα χρόνια από το Ι888-1906. Ήταν επικεφαλής της εκκλησιαστικής κοινότητας. Έτσι καταλαβαίνει κανείς πόσο το κύρος του ήτανε μεγάλο. Δεσπότης, «ο Θεοπρόβλητος Μητροπολίτης της Αγιοτάτης Μητροπόλεως Αγχιάλου και Πύργου, υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Μαύρης Θαλάσσης», ήταν ο πολύς Βασίλειος Γεωργιάδης που στα 1925 έγινε Πατριάρχης Κων/πόλεως… Άντρας στην ακμή της ηλικίας του, ωραίος, μάλλον κοντός, γεμάτος και στερεός, με μαύρα σχεδόν μαλλιά και γένια και με πρόσωπο και χέρια κατάλευκα. Τετραπέρατος άνθρωπος, πολύγλωσσος, πολύμαθος, σοφός συγγραφέας και μεγάλος ρήτορας χωρίς ρητορικότητες, δηλαδή χωρίς τις γνωστές και ανυπόφορες υπερβολές, θεατρικότητες και «κορώνες» των εκκλησιαστικών κηρύκων. Ήσυχος, στρωτός, αβίαστος και μετρημένος κυλούσε ο λόγος του, γεμάτος γοητεία και γνώση. Ήτανε πραγματική ευτυχία να τον ακούει κανείς ή καλύτερα οι πιστοί του. Λέγω πιστοί του, γιατί πολύ συχνά μέσα στην ομιλία του δεν έχανε την ευκαιρία να δαγκάνει με τρόπο τους «εχθρούς» του με θανάσιμους υπαινιγμούς. Αυτοί οι τελευταίοι δεν υπάρχει αμφιβολία, πως βρίσκανε το Θείο κήρυγμα απαίσιο. Γιατί ο Δεσπότης μας παρά την αδάμαστη θέληση, την εργατικότητα, την πνευματική υπεροχή και την αρετή του, ήταν τρομερά εγωιστής, φιλόδοξος, απολυταρχικός και εκδικητικός άνθρωπος. Σωστός Φαναριώτης καλόγερος, πεισματάρης και μακκιαβελικός, δεν ανεχότανε να έχει κανείς δίπλα του άλλη γνώμη από τη δική του. Εφαρμόζοντας το αξίωμα του «διαίρει και βασίλευε» κατόρθωνε να διευθύνει και να διοικεί αυτός τα πάντα. Έτσι με τον καιρό το ελληνικό στοιχείο είχε χωριστεί σε δυο λυσσασμένα αντίμαχα κόμματα, τους «δεσποτικούς» και τους «αντιδεσποτικούς». Αυτός ο… εθνικός διχασμός βάσταξε ίσαμε τη στιγμή που οι Βούλγαροι διώξανε τους Έλληνες δεσποτάδες. Οι καυγάδες στα καφενεία, οι λίβελλοι που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες της Φιλιππούπολης, («Φιλιππούπολις», «Ειδήσεις του Αίμου») υπέρ ή κατά του δεσπότη, οι αναφορές στα Πατριαρχεία κ.λπ. ήτανε η κυριότερη ασχολία των Ρωμιών. Όμως ο δεσπότης έμενε στη θέση του ατράνταχτος και το ηθικό του κύρος αμείωτο. Γιατί στα Πατριαρχεία ήτανε παντοδύναμος και από την ηθική του πλευρά ήτανε απρόσβλητος. Ολιγαρκής, σκληροδίαιτος, απόλυτα ασκητικός και «χρημάτων κρείσσων» έκανε την εντύπωση μισάνθρωπου. Η φαμελιά μου ήτανε με το κόμμα του δεσπότη. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου ήτανε επίτροπος, στην εκκλησία, εγώ κανόναρχος και γριά μητέρα μου η καλύτερη χριστιανή του τόπου. Θεωρούσε το γέροντα σαν ένα πρόσωπο ιερό, που καμιά κοσμική κατηγορία δεν μπορούσε να θίξει την αγιότητά του. Κάθε Αγίου Βασιλείου και κάθε Πάσχα πήγαινε στου δεσπότη να του ευχηθεί…
Ο Αγχιάλου δεν ήτανε ένας τύπος επαρχιακός. Ήτανε από τους πιο διαλεχτούς και τους πιο δυνατούς δεσποτάδες του πατριαρχικού κλίματος. Όταν οι δεσποτάδες της Κύπρου τρώγονταν συναμεταξύ τους ποιος θα γίνει αρχιεπίσκοπος της αυτοκέφαλης Κυπριακής Εκκλησίας, το Πατριαρχείο έστειλε για έξαρχο τον Αγχιάλου για να τους συμβιβάσει. Και ο Αγχιάλου με τη Φαναριώτική του διπλωματία, προσπάθησε, όπως λέγανε τότες, να υποδείξει για μόνη λύση να εκλέξουν αυτόν για αρχιεπίσκοπο. Κι όταν γινόταν η στέψη του τσάρου Νικολάου Β΄ το Πατριαρχείο έστειλε τον Αγχιάλου επικεφαλής άλλων δεσποτάδων, να φέρει τις ευχές της «πρωτόθρονης εκκλησίας» στον κραταιό μονάρχη! Κι ο Τσάρος τότε τον παρασημοφόρησε με το μεγαλόσταυρο της Αγίας Άννας και του χάρισε μια στολή και μια μίτρα όλο μάλαμα και πολύτιμα πετράδια, τόσο μεγαλοπρεπή που όταν τα φορούσε φάνταζε σαν βασιλιάς… Αυτήν την στολή και τη μίτρα, καθώς και την πατερίτσα του δεσπότη, όταν οι κομιτατζήδες κάψανε την Αγχίαλο, τις αρπάξανε τις κομματιάσανε και μοιραστήκανε το μάλαμα και τα διαμαντικά. Το Πάσχα ο δεσπότης έκανε την πρώτη Ανάσταση στην Αγχίαλο και την δεύτερη στον Πύργο κατά τις δυο το απόγευμα…».
Με επαίνους ξεκινά και Κων. Εμμανουηλίδης: « Ήτο γλωσσομαθής και εις των πλέον μορφωμένων και διακεκριμένων αρχιερέων του Πατριαρχείου… Ήτο μέγας ρήτωρ και δια της ευγλωττίας του είλκυεν όλους τους Χριστιανούς, οι οποίοι με αφοσίωσιν ήκουον την διδασκαλία του». Όμως δεν παραλείπει να μιλήσει για τον διχασμό, που όμως ξεχνιέται εμπρός στο θανάσιμο κίνδυνο: «Μολονότι η Κοινότης μας ήτο πλουσία, διότι είχε και πολλά άλλα ακίνητα προερχόμενα εκ δωρεών Αγχιαλιτών, τα έξοδά της δεν θα επαρκούσαν δια την αποπεράτωσιν του ναού και θα εστερούντο οι δάσκαλοι του κανονικού τους μισθού, προς ζημίαν της παιδείας…Το προσωπικόν των διδασκάλων, διδασκαλισσών και νηπιαγωγών ανήρχετο εις είκοσι. Η μιστοδοσία του δε έφθανε κατ΄ έτος περί τα 16000 φράγγα χρυσά… Οι προύχοντες λοιπόν της Αγχιάλου διεφώνησαν με τον Αρχιερέα δια την οικοδόμησιν της εκκλήσίας, διότι δεν θεωρούσαν κατάλληλον την περίστασις και ούτω διεσπάσθη ο λαός εις δύο φανατικάς παρατάξεις. Παρ’ όλην όμως την διχοτόμησιν του λαού, όταν άρχισαν οι διωγμοί ηνώθησαν και συσπειρώθημεν πέριξ του αρχιερέως μας, διότι αντελήφθημεν τον κίνδυνον που διέτρεχε η πατρίς μας και ο Δεσπότης.
Είς μίαν Βουλγαρικήν επιτροπήν εκ Βουλγαρομακεδόνων, ήτις παρουσιάσθη εις τον Δήμαρχο Αγχιάλου Κωστάκην Σταυρίδην και εζήτησεν να του παραδώση τας εκκλησίας και τα σχολεία, ο Δήμαρχός μας μετά των συμβούλων του απήντησε: «Μολών λαβέ». Μόνον όταν θα πατήσετε εις τα πτώματά μας θα τα πάρετε».
Η ένοπλη άμυνα των Αγχιαλιτών κατά των εισβολέων δεν ήταν μια πράξη που πάρθηκε πάνω σε μια πατριωτική έξαρση. Προηγήθηκαν τα γεγονότα της Βάρνας με το ξηλοδαρμό του τοποτηρητή της Μητρπόλεως Φώτιου Μανιάτη, η κατάληψη και διάλυση των ξακουστών Ζαρίφειων Διδασκαλείων της Φιλιππούπολης, καθώς και η αρπαγή εκκλησιών σχολείων, νοσοκομείων, ενώ δεν έλειψαν κακοποιήσεις και ληστείες σε βάρος Ελλήνων. Το ίδιο συνέβη και στο Ρουχτζούκιο, στο Κασβακλή, στη Στενίμαχο αλλά και σε άλλες πόλεις, Στις 16 Ιουλίου έγινε η κατάληψη των ελληνικών εκκλησιών και σχολείων του Πύργου (Μπουργκάς) Μια ζωντανή περιγραφή των όσων συνέβηκαν εκεί μας την κάνει ο Κώστας Βάρναλης.
Ο δεσπότης από την ώρα που άρχισαν οι διωγμοί μάντεψε τους σκοπούς της βουλγαρικής κυβέρνησης. Τα γεγονότα που είχαν συμβεί στις άλλες πόλεις έδειχναν καθαρά ποια τύχη περίμενε την Αγχίαλο και το δεσπότη. Γνωρίζοντας καλά στο τι απέβλεπε η βουλγαρική διπλωματία αποφάσισε να δώσει σ’ αυτήν ένα καλό μάθημα αποκαλύπτοντας στο πολιτισμένο κόσμο, την αλήθεια, ότι αυτή και μόνο η Βουλγαρική κυβέρνηση ήταν ο υποκινητής των διωγμών. Και πράγματι αυτό φάνηκε πεντακάθαρα με την πυρπόληση της Αγχιάλου. Κι εδώ πρέπει να πούμε πως Ο δεσπότης, ο δήμαρχος, το δημοτικό Συμβούλιο, οι προύχοντες κ. α. νυχθημερόν συνεργάζονταν κι έστελναν συνεχώς τηλεγραφήματα στη Κυβέρνηση, στο πρωθυπουργό Πετκώφ, στον ηγεμόνα Φερδινάνδο με τον οποίο συνδεόταν φιλικά ο δεσπότης και από τον οποίο είχε παρασημοφορηθεί, για την προστασία της πόλης. Βέβαια οι απαντήσεις ήσαν καθησυχαστικές! Όμως κανείς δεν γελιόταν γι’ αυτό και η τελική απόφαση ήταν η ένοπλη αντίσταση της οποίας πρωτεργάτης υπήρξε ο Βασίλειος. Μετά την ηρωική άμυνα των Αγχιαλιτών, κατά την οποία έπεσαν αρκετοί Αγχιαλίτες, για την υπεράσπιση της πατρίδας τους, αλλά και του δεσπότη που ήταν ένας από τους στόχους των κομιτατζήδων, επακολούθησε η πυρπόληση της πόλης, μηδέ εξαιρουμένου και του ναού της Παναγίας. Μεταξύ των συλληφθέντων από τις Βουλγαρικές αρχές, ως υπαιτίων της «στάσης κατά της αρχής» υπήρξε και ο Βασίλειος που «περιορίστηκε» στη Βουλγαρική Μητρόπολη της Συλήμνου για 4 μήνες, όπου υπέστη πολλούς εξευτελισμούς και ταλαιπωρίες. Τελικά απελευθερώθηκε με τη μεσολάβηση των Ρώσων, οπότε και απελάθηκε στη Τουρκία. Στη Νέα Αγχίαλο διασώζονται ακόμη και μέχρι σήμερα πολλές «παραδόσεις» που μιλούν για τη ζωή και το έργο του τελευταίου ένδοξου Μητροπολίτου Αγχιάλου Βασίλειου Β’

Αδ. Διαμαντόπουλου «Η Αγχίαλος» (Εταιρεία Θρακικών Μέλετών, αριθ. 31) Αθήναι 1954

Δράκου Μαυρομμάτη « Η Αγχίαλος μεα’ από τις φλόγες» Αθήναι 1930

Κων. Εμμανουηλίδη «Σύγχρονος Ιστορία- Οι Ανθελληνικοί διωγμοί έν Βουλγαρία το 1906…» Βόλος 1956

Κώστα Βάρναλη «Φιλολογικά Απομνημονεύματα» Αθήνα 1981

Οικογενειακές και άλλες παραδόσεις της Αγχιάλου

Γ. Διονυσίου: (Εφ. «Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ» 9/7/2007)

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Ο ΜΙΧΑΗΛ Γ' Ο ΕΞ ΑΓΧΙΑΛΟΥ. "ΥΠΑΤΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ" ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ανάμεσα στους σημαντικούς Αγχιαλίτες των προηγούμενων αιώνων, γνωστός για το σθένος του, τη φιλοπατρία και το υψηλό επίπεδο της παιδείας του ήταν ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Γ’. Έζησε στο 12ο αι. και βρέθηκε στον πατριαρχικό θρόνο από το 1170 έως το 1177. Οι σύγχρονοί του για τις φιλοσοφικές ενασχολήσεις του και τα συγγράμματα του τον διόρισαν «ύπατο των φιλοσόφων», ένα τίτλο και αξίωμα πού κατείχε εκτός άλλων και ο διάσημος λόγιος του Βυζαντίου Μιχαήλ Ψελλός (1018-μετά το 1078). Ως πατριάρχης ο Μιχαήλ Γ’ προσπάθησε να εφαρμόσει τις αποφάσεις της πατριαρχικής συνόδου ενάντια στις αιρετικές διδασκαλίες του 12ου αι., ενώ απέκρουσε τις ενωτικές πρωτοβουλίες του αυτοκράτορα Μανουήλ Ι Κομνηνού και του πάπα Αλέξανδρου Γ (1170) με ένα υπόμνημα και μία συνοδική απόφαση που όμως δεν σώθηκαν. Αντίθετα, ενίσχυσε τις ενωτικές πρωτοβουλίες με την Αρμενική εκκλησία.
Εμπρός στον αυτοκράτορα Μανουήλ εκφώνησε έναν εναρκτήριο λόγο, ο οποίος αναφέρεται μόνο εν μέρει σε φιλοσοφικά, παιδαγωγικά και κοσμοθεωρητικά προβλήματα, αποτελεί όμως ένα εντυπωσιακό εγκώμιο στις αρετές του Μανουήλ ως ηγεμόνα και στις επιτυχίες του στον πόλεμο και την εξωτερική πολιτική
[1]. Παρά όλ’ αυτά στον λόγο του αυτόν τόνισε τη σημασία των αριστοτελικών σπουδών και ιδιαίτερα της Μετεωρολογίας[2]. Θεωρεί όμως το σκοπό της φιλοσοφικής διδασκαλίας ως απόλυτα υποταγμένο στις απαιτήσεις της Θεολογίας[3] .
Για την κατάσταση των φιλοσοφικών σπουδών στην εποχή του και τη θέση μέσα σε αυτές του πατριάρχη Μιχαήλ Γ’, ο Μιχαήλ Χωνιάτης (αδελφός του ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη) είπε σε λόγο του, ότι πριν αναγορευτεί ο Μιχαήλ Γ’ ο εξ Αγχιάλου «ύπατος των φιλοσόφων» για πολύ καιρό η φιλοσοφία ήταν απούσα από τη ζωή των ανθρώπων και ότι η γεωμετρία εξασκούνταν μόνο από τις αράχνες (!). Με αυτά του τα λόγια θέλησε να δηλώσει ότι υπήρχε ιδιωτική σπουδή της φιλοσοφίας στην περίοδο αυτή, αλλά από ανθρώπους που ήταν αποκομμένοι από τη δημόσια ζωή. Γράφει ακόμη ο ίδιος ότι η μόνη ανάπτυξη για την οποία αυτοί οι απομονωμένοι άνθρωποι μπορούσαν να κομπάσουν ήταν αυτή των μαλλιών τους (!)
[4]. Ίσως εδώ ο Μιχαήλ Χωνιάτης να χρησιμοποιεί ρητορικό παίγνιο, αλλά και πάλι ίσως να είχαν κάποια αλήθεια τα λόγια του. Παρά όλ’ αυτά γνωρίζουμε ότι πριν τον Μιχαήλ Γ’ υπήρχε ο κύκλος των ανθρώπων της Άννας Κομνηνής, της κόρης του Αλέξιου Κομνηνού, που διάβαζαν και έγραφαν φιλοσοφία, αλλά και συζητούσαν πάνω σε φιλοσοφικά θέματα.
Υπό την αιγίδα του Μιχαήλ Γ’ από την Αγχίαλο της Μαύρης Θάλασσας και του Μανουήλ Ι Κομνηνού συνέβησαν επίσης διάφορες τροποποιήσεις και αλλαγές σε νομικά κείμενα, όπως ήταν η απόρριψη της «Νεαράς» 123 του Ιουστινιανού, ενός νόμου δηλαδή που ανήκε στο παλιό Ιουστινιάνειο νομικό Corpus
[5]. Επίσης ο γνωστός έλληνας νομικός Θεόδωρος Βαλσαμώνας (1130/40-1200) συνέταξε με την επίβλεψη του αγχιαλίτη πατριάρχη και του αυτοκράτορα διάφορα σχόλια πάνω στο Σύνταγμα που περιείχε κανόνες τοπικών και οικουμενικών συνόδων και στον Νομοκανόνα, κείμενο του εκκλησιαστικού δικαίου που υπήρχε ήδη από την εποχή του 6ου αι.
Από τον τρόπο που αντιμετώπισαν οι επίσημες βυζαντινές αρχές το τέλος του πατριάρχη Μιχαήλ Γ’ διακρίνεται ο σεβασμός και η υπόληψη που έτρεφαν γι’ αυτόν. Ο αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος, λόγιος και εκκλησιαστικός άρχοντας του 12ου αι., διακωμωδεί σε έναν ρητορικό λόγο του τον τρόπο με τον οποίο τιμωρήθηκε ο Μητροπολίτης Μωκησσού Νεόφυτος, επειδή δεν παραιτήθηκε από μία πολυτελή επίσκεψη στα λουτρά ούτε καν την επόμενη μέρα μετά το θάνατο του Πατριάρχη Μιχαήλ Γ’ του εξ Αγχιάλου. Ο Μέγας Οικονόμος Ιωάννης Παντέχνης έδωσε εντολή να πάρουν από τον Μητροπολίτη κατά τη διάρκεια του λουτρού το πολυτελές του σκέπασμα, τις πετσέτες και τα άλλα είδη του και να τα μοιράσουν στους φτωχούς
[6]. Ακόμη, ανέκδοτος είναι ο επιτάφιος του Κωνσταντίνου Στιλβή στον Πατριάρχη Μιχαήλ Γ’ σε κώδικα που βρίσκεται στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη. Τέλος, κείμενα του πατριάρχη Μιχαήλ Γ’ περιλαμβάνονται στην μεγάλη ψηφιακή συλλογή αρχαίων και βυζαντινών ελληνικών κειμένων, τη γνωστή ως Thesaurus Linguae Graecae, ενώ ιδιαίτερη μελέτη για αυτόν έχει αφιερώσει ο γνωστός ελληνιστής Robert Browning[7].
Σημειώσεις-παραπομπές
[1] H. Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών. Τομ. Α’, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1991, 243
[2] Στο ίδιο, 83
[3] Στο ίδιο, 94
[4] A. D. Angelou, Νικολάου Μεθώνης. Ανάπτυξις της Θεολογικής Στοιχειώσεως Πρόκλου Πλατωνικού Φιλοσόφου. A Critical Edition with an Introduction on Nicholas’ Life and Works. Corpus Philosophorum Medii Aevi. Βυζαντινοί Φιλόσοφοι –Philosophi Byzantini. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα/ E. J. Brill, Leiden 1984, LIV. – Μιχαήλ Χωνιάτης, Λόγος εις τον πατριάρχην κυρ Μιχαήλ, Σπ. Λάμπρου (εκδ.), Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτου τα σωζόμενα Ι, Αθήνα 1879 -1880 (Ανατύπωση Groningen 1968), § 27, 81-2
[5] Μ. Ανάστος, «Δίκαιο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Θ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980, 338-9
[6] Eustathii metropolitae Thessalonicensis Opuscula. Εκδ. Th. L. F. Tafel, Frankfurt/M 1832, 328-332
[7] R. Browning, “A new Source on Byzantine – Hungarian relations in the twelfth century. The inaugural lecture of Michael ο του Αγχιάλου ως ύπατος των φιλοσόφων», Balkan Studies 2 (1961) 173-214 (το κείμενο 187-203). Συμπεριλαμβάνεται στο R. Browning, Studies on Byzantine History, Literature and Education, Variorum Reprints, London 1977, study IV.
Από την εφημερίδα Νέα Αγχίαλος

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

ΟΙ ΙΠΠΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΧΙΑΛΟ ΕΥΞΕΙΝΟΥ ΠΌΝΤΟΥ (Γιώργου Διονυσίου)


Όπως στη σημερινή εποχή διοργανώνονται αθλητικοί αγώνες, έτσι και στο παρελθόν και ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο, οι άνθρωποι συχνά συμμετείχαν σε ανάλογες αθλητικές εκδηλώσεις ευγενούς άμιλλας. Κάποια στοιχεία που έχουν σχέση με αυτούς τους αρχαίους αγώνες θα φέρουμε εδώ στο φως. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα υπέροχα θεσσαλικά άλογα θα ήσαν περιζήτητα και σε παρόμοιους ειρηνικούς συναγωνισμούς. Όσο για τις πολεμικές μάχες, γνωρίζουμε αρκετά απ’ τα όσα γράφουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Από εκείνα που αναφέρει ο Θουκυδίδης [Βιβλ. 2-22, 23] διαπιστώνει κανείς ότι στην αρχαιότητα από καμιά αξιόλογη θεσσαλική πόλη δεν έλειπε το ιππικό, μηδέ εξαιρουμένης και της Πυράσου, πάνω στα ερείπια της οποίας κτίστηκε η Νέα Αγχίαλος. Η μεγάλη αυτή παράδοση εκτροφής αλόγων και μάλιστα εκλεκτών, πράγμα για το οποίο ήσαν υπερήφανοι οι Θεσσαλοί, διατηρήθηκε επί αιώνες
Γενικά όμως θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχει κάτι το ξεχωριστό κάθε αγώνας που συνδέεται με το υπέροχο αυτό ζώο με τη ξεχωριστή δύναμη και αντοχή, τη μεγάλη αντίληψη, τον ατρόμητο ενθουσιασμό. Υπομονετικό στο αλέτρι. Ανυπόμονο στη «γραμμή». Κτυπά με τις οπλές του τη γη, σηκώνει υπερήφανα το κεφάλι του τινάζοντας τη χαίτη, περιστρέφει τα μικρά μα τόσο ευκίνητα αυτιά του για ν΄ αφουγκραστεί τον παραμικρό ήχο, ανοίγει διάπλατα τα ρουθούνια του και πριν καλά-καλά αισθανθεί το παραμικρό άγγιγμα και κάποιο γνωστό ψίθυρο του φίλου του αναβάτη, ορμά και ρίχνεται στον αγώνα και ας βροντούν τα κανόνια κι ας αντηχεί η ιαχή του πλήθους.
Θυμάμαι όταν γύριζαν καβάλα στα άλογά τους από τα «τσαΐρια», τη νυχτερινή βοσκή, τα αγροτόπαιδα του χωριού μας, και ενώ τα ζώα βάδιζαν αργά-αργά, ξαφνικά κάποιος τσίγκλιζε τα καπούλια του «καρά» του, κι εκείνος, προτού το καλονιώσει, ορμούσε σαν βέλος καλπάζοντας στους χωματόδρομους. Λες και ήταν το σύνθημα για να χυθεί πίσω του, μέσα στα σύννεφα σκόνης, όλη εκείνη η καβαλαρία, προσφέροντας με τον απροσδόκητο «αγώνα» της ένα υπέροχα απολαυστικό θέαμα. Και όλα, χωρίς τίποτε να ειπωθεί, χωρίς τίποτε να προηγηθεί. Πώς και γιατί; Να έτσι αυθόρμητα. Με μόνη ικανοποίηση την ομορφιά του καλπασμού και τη κρυφή χαρά για την αξιοσύνη, τη δική του και φυσικά της «φοράδας» του, όταν αυτή περνούσε πρώτη. Η έμφυτη ροπή του ανθρώπου για άμιλλα. Ίσως και των αλόγων, γιατί πολλές φορές, εκεί που τα βλέπεις να βόσκουν ξένοιαστα, αρχίζουν το παιχνίδι και ξαφνικά ορμούν όλα μαζί σε μια κατεύθυνση, χωρίς να γνωρίζει κανείς το γιατί. Έτσι πιστεύω γεννήθηκαν σιγά-σιγά στα χωριά μας οι λαϊκοί ιππικοί αγώνες, οι οποίοι με τον καιρό συνδέθηκαν με θρησκευτικές γιορτές κ.α. συμβολίζοντας και κάτι βαθύτερο.
Mία τέτοια παράδοση είχαν και οι Αγχιαλίτες που ήρθαν από την Ανατολική Ρωμυλία, ακτές Μαύρης Θάλασσας, το 1906, η οποία συνεχίστηκε και εδώ αφού σαν γεωργικό χωριό που ήταν έτρεφε αναγκαστικά και πολλά άλογα, όπως εξάλλου και όλη η γύρω περιοχή Αλμυρού. Το «μπαρμπάντισμα», όπως αποκαλούσαν τον αγώνα αυτό οι Αγχιαλίτες, γινόταν το απόγεμα της Καθαράς Δευτέρας. Το μέρος που γινόταν ήταν η αμμώδης παραλιακή ζώνη της N. Αγχιάλου και εκεί κατέβαιναν με τα στολισμένα και «γιαλισμένα» άλογά τους όσοι παίρνανε μέρος. Και δεν ήτανε λίγοι. Ολόκληρες «ύλες ιππικού». Το τρέξιμο άρχιζε απ’ τη μικρή λιμνοθάλασσα του Μπαλουκλί και τελείωνε στο χώρο του Τελωνείου. Ήταν ένα μεγάλο πανηγύρι, προπάντων γιατί τα μεγάλα αποκριάτικα γλέντια με μουτσούνες, χορούς, τραγούδια κ.α. γίνονταν στη Αγχίαλο την ίδια μέρα και στο χώρο της παραλίας. Έτσι μέσα στις επευφημίες των μισομεθησμένων μεγάλων, τις φωνές των μικρών και τα γαυγίσματα των σκύλων, «κόσευαν» [έτρεχαν] με τους αναβάτες στη ράχη τους τα ωραία εκείνα ζώα, προσπαθώντας να αποδείξουν πως δεν ήσαν μόνο για όργωμα.
Έπαθλα για τους νικητές δεν υπήρχαν. Έφτανε η «δόξα». Μόνο καμιά φορά έβαζαν μεταξύ τους στοιχήματα για το ποιός θα πλήρωνε το βράδυ τα κρασιά. Μερικών τα άλογα, όπως του Γιάννη Μάντση, ήσαν ασυναγώνιστα.
Η ωραία αυτή γιορτή έσβησε πριν από πολλά χρόνια χωρίς να υπάρχει ελπίδα να επανέλθει μετά την εξαφάνιση των αλόγων. Μια τελευταία αναλαμπή της είχαμε το 1955. Όσον αφορά στη λέξη «μπαρμπάτισμα ή μπαραμπάντισμα», πολλοί θεωρούν ότι προέρχεται από τη λέξη «παραβάδισμα, παραβαδίζω» και αυτό γιατί οι Αγχιαλίτες συνηθίζουν ν’ αντικαθιστούν το «π» με το «μπ» και το «δ» με το «ντ». Ίσως όμως να προέρχεται από τις ρωσικές λέξεις «μπαρμπά»= αγώνας και «ντάγιου»=δίνω. Ωστόσο εκείνο που γνωρίζω καλά είναι πως όταν λέγαμε στην Αγχίαλο «μπαρμπαντάω», εννοούσαμε συναγωνίζομαι στο τρέξιμο, στην «κοσή» κατά την ντοπιολαλιά.
Όπως αναφέραμε το έθιμο το έφεραν οι Αγχιαλίτες από την παλιά πατρίδα. Στον 23 τόμο του Θρακικού Αρχείου [σελ. 61-63] γράφει ο Αγχιαλίτης Θ. Μαυρομμάτης στο κείμενό του «Οι ιππικοί αγώνες της Παλαιάς Αγχιάλου-Νομίσματα και επιγραφαί»: «Την τελευταίαν ημέραν της Αποκριάς, το βράδυ, πριν από την δύση του ηλίου στην συνοικίαν της Σούδας και του Χριστού εγίνετο μεγάλη κίνησις. Όλη η Αγχίαλος στο πόδι. Εκεί μαζεύονταν άντρες, γυναίκες, παιδιά. Καθισμένοι στις χαμηλές κουμουλιές, περίμεναν με πολλήν ανυπομονησίαν και μεγάλο ενδιαφέρον να δουν τα άλογα που «μπαραμπάντιζαν» [αγωνίζονταν] από τα Πηγάδια [τοποθεσία] να φθάσουν στην Δέση, όπου ήταν το τέρμα, και να δουν ποιο άλογο ήρθε πρώτο και νίκησε. Εκείνη την ημέραν οι Αγχιαλίται, όσοι είχαν καλά άλογα [ο Γιαννάκης ο Τσουμέρτης, ο Χατζηθεοδώρογλου ο Βλασάκης] τα έστελναν να πάρουν μέρος στο «μπαραμπάντισμα» [ελέγετο ο αγων - παραβάδισμα, παραβαδίζω] και τα καβαλίκευαν ή οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι ή τα έδιναν σε νεαρούς επιδέξιους αναβάτες, όπως ο Τριαντάφυλλος ο Σταματίου. Υπήρχε επιτροπή που έδινε το πρόσταγμα της εκκινήσεως.
Βραβείον εδίδετο στον νικητή, ένα σακί κριθάρι ή βρώμη… Το διάστημα της ιπποδρομίας ήταν 1,5 – 2 χιλιόμετρα στην αμμώδη παραλία. To έθιμο αυτό φαίνεται ότι ήταν απομεινάριον της αρχαίας Αγχιάλου [ίδε Ιστορία νομισμάτων Head τ. Α΄, σ. 348] και είχε διατηρηθεί από της αρχαιοτάτης ελληνικής εποχής [V αιών π.Χ.] ως την Τουρκοκρατίαν. Πραγματικά στην αρχαίαν Αγχίαλον είναι γνωστόν ότι εγίνοντο αγώνες, πανηγύρεις και εορταί τα λεγόμενα «ΝΥΜΦΙΑ» προς τιμήν των τοπικών νυμφών, όπως τούτο επιβεβαιούται από επιγραφάς πάνω στα νομίσματα ή αναμνηστικά μετάλλια της αρχαίας Αγχιάλου, της οποίας συλλογή νομισμάτων υπήρχε εις το νομισματικόν μουσείον του Βερολίνου. Περιγραφή των νομισμάτων έκαμε ο γερμανός ακαδημαϊκός Max L. Strack, όστις και ετύπωσεν αυτά εις τρεις πίνακες».
Όπως σημειώνει ο Μαυρομμάτης διακρίνονται σε 4 ομάδες. Στη τρίτη ομάδα περιλαμβάνονται τα νομίσματα που φέρουν επάνω αγωνιστικές παραστάσεις [βραβευτική τράπεζα, βραβευτικός στέφανος και οι αθλητές που κρατούν στέφανον και φοίνικα ή εστεμμένοι και άρματα]. Οι τύποι αυτοί των νομισμάτων αλλά και άλλοι, όπως εκείνα με τις παραστάσεις του Ηρακλή, τον προστάτη των αγώνων, που κρατά ρόπαλο ή πνίγει τον λέοντα της Νεμέας και ακόμα με αντίγραφα παραστάσεων όπως εκείνου του αθλητή Κυνίσκου, του Πολύκλειτου, που τον εικονίζει να τοποθετεί στεφάνι στην «κεφαλή» του, δείχνουν ότι πράγματι διεξάγονταν αγώνες στην αρχαία Αγχίαλο. Χαρακτηριστικό είναι το νόμισμα το οποίο στη μια όψη φέρει την επιγραφή «ΝΥΜΦΙΑ ΣΕΒΗΡΙΑ» και στην άλλη παριστάνει τράπεζα πάνω στην οποία υπάρχει δοχείο με «εξέχον πτερόν». Πρόκειται πάλι για τα «ΝΥΜΦΙΑ» τα οποία αργότερα πήραν αυτό το όνομα προς τιμήν του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Λουκίου Σεβήρου [193-211 μ.Χ.] ο οποίος, όπως ο Τραϊανός 98-117 μ.Χ.], προστάτευσε την πόλη.
Το ότι γίνονταν και ιππικοί αγώνες, ίσως και αρματοδρομίες, το επιβεβαιώνει και ο τύπος πολλών χάλκινων νομισμάτων της αρχαίας Αγχιάλου με παραστάσεις ιππέων, τεθρίππων, γυναικών καθισμένων σε άρματα που σύρονται από δύο ίππους, όρθιοι άνδρες που κρατούν με τη δεξιά τη χαίτη του ίππου και με την αριστερά την ουρά κ.α. Σημειωτέον ότι πολιούχος της Αγχιάλου ήταν ο Απόλλων, τον οποίο τιμούσαν και οι Θράκες ως θεό ήρωα ιππέα.
Οι αγώνες αυτοί, τα «ΝΥΜΦΙΑ», γίνονταν προς τιμήν των εγχωρίων νυμφών που τις λάτρευαν πολύ και οι γύρω Θράκες. Οι νύμφες λέγονταν και «Αγχιάλειαι Κυρίαι» και θεές και τις παρίσταναν στα ανάγλυφα ως τρεις «Χάριτες» με τις οποίες και ταυτίζονταν. Και έτσι έγινε ένα μίγμα ελληνοθρακικής λατρείας και θρησκείας [R.A 1930, σ. 283-284 Ντεόνα N., Le groupe des trois Graces] Tα πιο πάνω επικυρώνονται από τις επιγραφές που βρέθηκαν και οι οποίες αναφέρονται στον Α΄ τόμο, σ. 190 του βιβλίου Γ. Μιχαήλωφ,
Ελληνικαί επιγραφαί εν Βουλγαρία ευρεθείσαι.
Μεταξύ αυτών είναι:
1] Ανάγλυφο με τρεις Νύμφες Χάριτες
Επιγραφή 380
Κυρίες νύμφες / Ζωπάς Ιουλίου / Ευχαριστήριον ανέθηκεν
2] Ανάγλυφον με τρεις Νύμφες Χάριτες
Επιγραφή 381
Μάρκος Ιούλιος / Νύμφαις / Αγχιάλειαις
Επίσης μία από τις δύο επιγραφές που δημοσιεύτηκαν εις την Revue Archeologique, A.G.Seure.1925, σ. 441 έχει ως εξής.
Θεαίς νύμφαις Βουδεπηναίς
βουλευτού Αγχιαλέων
ευχαριστήριον υπέρ τε αυτού
[Σημ. Στην αρχαιότητα οι κάτοικοι της Αγχιάλου λέγονταν Αγχιαλείς και όχι αγχιαλίται όπως επικράτησε αργότερα, ενώ στα βυζαντινά χρόνια «Αχελινοί» όνομα που επιζεί ακόμη στη Νέα Αγχίαλο].
α] Παραδόσεις Αγχιάλου
β] Εταιρεία Θρακικών Μελετών.
[Θρακικόν Αρχείον, τόμος 23, 26].

Γιώργος Διονυσίου, εθνολόγος, ιστοριοδίφης, ζωγράφος.
Από φύλλο της εφημερίδας Θεσσαλία

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

ΙΕΡΕΜΙΑΣ Β' ΤΡΑΝΟΣ. Ο ΑΓΧΙΑΛΙΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Ieremias II Tranos.JPG


Ανάμεσα στους πολλούς διαπρέψαντες Αγχιαλίτες παλαιότερων εποχών, ξεπροβάλλει από το βάθος του χρόνου ως φωτεινή και ακμαία μορφή ο διατελέσας Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Ιερεμίας Β’. Ο τελευταίος ανήκε στη βυζαντινή οικογένεια των Τρανών, η οποία έπειτα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης αναζήτησε καταφύγιο στην Αγχίαλο της Μαύρης Θάλασσας. Ο Ιερεμίας γεννήθηκε περί το 1536, όταν πλέον η Toυρκοκρατία και η Λατινοκρατία είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Σε μία εποχή σκοτεινή για τον Ελληνισμό, είχε ως δασκάλους του κυρίως ιερωμένους, όπως ήταν ο Ιερόθεος Μονεμβασίας, ο Αρσένιος Τυρνόβου, ο Δαμασκηνός Ναυπάκτου και ο Θεοφάνης Ελεαβούλκος. Αρχικά, το 1568, έγινε μητροπολίτης Λαρίσης. Στη συνέχεια, με την υποστήριξη του επίσης Αγχιαλίτη ισχυρού άρχοντα Μιχαήλ Καντακουζηνού [1], φίλου του Μεγάλου Βεζίρη Μεχμέτ Σόκολη, εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης το 1572 στη θέση του Μητροφάνους Γ’. Ωστόσο, οι υποστηρικτές του τελευταίου, εκθρόνισαν τον Ιερεμία το Νοέμβριο του 1579. Όμως ο Μητροφάνης μετά από μερικούς μήνες απεβίωσε και ο Ιερεμίας επανεκλέχτηκε στον πατριαρχικό θρόνο (Αύγουστος 1580). Η σχέση του Ιερεμία με τον πατριαρχικό θρόνο έμελε να είναι ιδιαίτερα περιπετειώδης και ταραχώδης. Έτσι στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1584, ο Παχώμιος Β’ και ο ανιψιός του Μητροφάνους Θεόληπτος Β’ κατόρθωσαν να τον εκθρονίσουν και να τον εξορίσουν στη Ρόδο. Αργότερα, τον Απρίλιο του 1587, ο Ιερεμίας επανεκλέχτηκε για τρίτη φορά Πατριάρχης. Ωστόσο, οι αλλεπάλληλες μηχανορραφίες αμαύρωσαν το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ακόμη και η ίδια του η ύπαρξη κινδύνευσε σοβαρά. Εκείνη την περίοδο μάλιστα, η τούρκικη Αυλή εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία μετατρέποντας σε τζαμί τον ναό της Παμμακαρίστου, έδρα του Πατριαρχείου από το 1454. [2] Αυτό το κλίμα χρωμάτισε την τρίτη και τελευταία πατριαρχία του Ιερεμία (1587-1595) [3].
      Ήδη πριν από την εποχή του Ιερεμία Β’, το 1517, ο Αυγουστινιανός μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546) θυροκόλλησε τις περίφημες 95 «θέσεις» του στην εξώπορτα του Μητροπολιτικού Ναού της Βιτεμβέργης, που αποτέλεσαν μια ανοιχτή επίθεση εναντίον του Παπισμού. Έκτοτε διαμορφώθηκε ένα νέο δόγμα στη Δύση, ο Προτεσταντισμός ή Λουθηρανισμός, που γνώρισε μεγάλη διάδοση. Η αποσχιστική αυτή εκκλησιαστική κίνηση, αφού έως ένα βαθμό πέτυχε την καθιέρωσή της, προσπάθησε να ελκύσει προς το μέρος της τους ορθοδόξους χριστιανούς. Έτσι κατά την εποχή της πατριαρχίας του Ιερεμία, μία ομάδα θεολόγων καθηγητών της Τυβίγγης (Τubingen) με πρωτεργάτη τον Γερμανό ελληνοδίφη και ουμανιστή Μαρτίνο Κρούσιο (Martinus Crusius, 1526-1607) έστειλαν επιστολές προς την έδρα του Πατριαρχείου στην Κων/πολη. Μάλιστα την τελευταία από αυτές συνόδευε μία ελληνική μετάφραση της Αυγουσταίας Ομολογίας, δηλαδή της υπεράσπισης του Λουθηρανισμού από τον Γερμανό θεολόγο Φίλιππο Μελάγχθωνα (1531). Ο Ιερεμίας με τη βοήθεια λογίων της Πόλης, καθώς και μητροπολιτών, συνέταξε μία πρώτη απόκριση προς τους λουθηρανούς θεολόγους αποτελούμενη από 40 κεφάλαια (1576). Σε αυτή, με βάση την Αγία Γραφή, τις αποφάσεις των Επτά Οικουμενικών Συνόδων και τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, σε απλό ύφος, επεδίωκε σύμφωνα με τα γραφόμενά του «το συμφωνούν ημίν και διαφωνούν σαφηνίσομεν» [4]. Ο Έλληνας θεολόγος Ιωάννης Καρμίρης (1903-1992) συνόψισε ως εξής τις διαφορές ορθοδόξων-προτεσταντών που οι επιστολές του Ιερεμία έθιξαν [5]: α) την Ιερά Παράδοση β) το Filioque γ) το αυτεξούσιο δ) τον Θείο Προορισμό ε) την δικαίωση στ) τον αριθμό των μυστηρίων ζ) την δια ραντισμού ή επιχύσεως τέλεση του βαπτίσματος η) την έννοια της μεταβολής στην Θεία Ευχαριστία και την τέλεσή της δι’ αζύμων θ) του αλαθήτου της Εκκλησίας και των Οικουμενικών Συνόδων και ι) την τιμή, τις εορτές, τις επικλήσεις των Αγίων, των εικόνων και των λειψάνων αυτών, των νηστειών και των διάφορων εκκλησιαστικών παραδόσεων και εθίμων. Οι αποκρίσεις του Ιερεμία Β’ ήταν συνολικά τρεις, ιδιαίτερα φροντισμένες και αποτελούν μέχρι και σήμερα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Εκκλησίας. Για πρώτη φορά η εκκλησιαστική γραμματολογία αποκτούσε επίσημο κείμενο, στο οποίο διευκρινίζονταν οι διαφορές ορθοδόξων και προτεσταντών. Οι λουθηρανοί θεολόγοι στις απαντήσεις τους τόνιζαν πάντα τη μοναδική σημασία της Αγίας Γραφής για τον καθορισμό της πίστης τους. Ωστόσο, δεν δέχονταν την παράδοση, το αυτεξούσιο και τα αγαθά έργα για την σωτηρία, ενώ απέρριπταν μερικά από τα μυστήρια [6]. Είναι σημαντικό ότι στις αποκρίσεις του Ιερεμία χρησιμοποιούνται τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, όπως του μάρτυρα Ιουστίνου, του Μάξιμου Ομολογητή, του Ιωάννη Δαμασκηνού και του Διονύσιου Αρεοπαγίτη [7]. Στο τέλος, ο διάλογος έπεσε στο κενό και ο Ιερεμίας σταμάτησε τις απαντήσεις προτιμώντας μία αξιοπρεπή σιωπή [8].
Επίσης, ο Ιερεμίας συνδέεται με την ανακήρυξη του αγίου Ιώβ σε πρώτο Πατριάρχη Μόσχας (1589). Στο ταξίδι του στη Ρωσία ο Ιερεμίας συνοδεύτηκε αρχικά από τον Ιερόθεο Μονεμβασίας και στη συνέχεια από τον Αρσένιο Ελασσώνος. Για το ταξίδι αυτό σώζεται ένα έμμετρο ποίημα του Μητροπολίτη Ελασσώνος (τον οποίο ο Ιερεμίας συνάντησε στην πόλη Λβώφ της Ρωσίας και τον χρησιμοποίησε ως επίσημο διερμηνέα του). Το ποίημα αυτό κατατάσσεται στα βραχέα χρονικά, δεν έχει μεγάλη ποιητική αξία, αλλά αποτελεί «μνημείον σπουδαίον άμα δε και δυσεύρετον, διαφερον τα τε χρονικά της Ανατολικής Εκκλησίας και την ιστορίαν της νεωτέρας γραμματολογίας μας» [9].
Επίσης, επί της πατριαρχίας του Ιερεμία καθιερώθηκε στη Δύση για πρώτη φορά το νέο Ημερολόγιο που ονομάστηκε Γρηγοριανό από τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ’. Ωστόσο, ο Ιερεμίας αρνήθηκε να το υιοθετήσει και συγκάλεσε σύνοδο (1593), η οποία καταδίκασε τις ρωμαιοκαθολικές καινοτομίες. Σύμφωνα με τον ιστορικό του 18ου αιώνα Αθανάσιο Κομνηνό Υψηλάντη έγιναν δύο σύνοδοι, που ήταν απορριπτικές του Γρηγοριανού ημερολογίου [10]. Ωστόσο, σε ανακοίνωση της Ιεραρχίας της Ελλάδος (2 Ιουλίου 1929) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι ακριβές πως η σύνοδος του Ιερεμία αποκήρυξε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, αλλά ότι αυτή η αντίληψη επικράτησε εξαιτίας πλαστογραφήματος «παρά Αγιορειτών σκευωρηθέντος». Τούτο προσπάθησε να αποδείξει ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (1868-1938) σε δύο άρθρα [11]. Βέβαια, όπως είναι γνωστό όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες το 1924 εισήγαγαν το νέο ημερολόγιο, αλλά όχι αυτούσιο. Απλώς πρόσθεσαν 13 ημέρες για ημερομηνιακή σύμπτωση με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο της Δύσης.
Ακόμη, ο Ιερεμίας συνδέθηκε με το Ελληνικό Κολλέγιο της Ρώμης που ιδρύθηκε από τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ’ το 1577. Φαίνεται ότι ο Ιερεμίας με ανιδιοτέλεια σκεπτόμενος έστελνε Ελληνόπαιδες να σπουδάσουν στη Ρώμη, ενώ βέβαια στόχος των ρωμαιοκαθολικών ήταν κατά κύριο λόγο ο εκλατινισμός των Ελλήνων. Έτσι η Καθολική Εκκλησία, όσον αφορά τους μαθητές του Κολεγίου, περιόριζε την παράδοση στο ορθόδοξο τυπικό και στην εξωτερική εμφάνιση των κληρικών, ενώ ο Ιερεμίας έδινε μεγαλύτερη σημασία στον πνευματικό τομέα της παράδοσης, θεωρώντας την περισσότερο καθοριστική της συνείδησης [12].
Ο Ιερεμίας ως μητροπολίτης Λαρίσης και ως Πατριάρχης προσπάθησε με κάθε τρόπο να ενισχύσει την παιδεία των υπόδουλων Ελλήνων. Το 1583 μάλιστα έστειλε στη Βενετία τον λόγιο βοηθό του Νικηφόρο Παράσχη, ώστε να προμηθευτεί επιστημονικά εγχειρίδια για την Πατριαρχική Σχολή που λειτουργούσε τότε στην Κων/πολη. Τα φιλολογικά και φιλοσοφικά μαθήματα του σχολείου εκείνου παρακολουθούσε συχνά και ο ίδιος. Επίσης, αλληλογραφούσε με επιφανείς λόγιους, όπως ήταν ο Μάξιμος Μαργούνιος, ο Γαβριήλ Σεβήρος, ο Δαβίδ Χυτραίος, ο Ιωακείμ Καμεράριος, κ.ά. Ως γενική εκτίμηση για τον Ιερεμία Β’ έχει σημειωθεί ότι ο κύκλος των λογίων που τον περιστοίχιζε ήταν μεγάλος και ότι η προσφορά του στο Γένος δεν έχει μελετηθεί όσο θα του άξιζε [13]. Έτσι η πατριαρχία του Ιερεμία, έπειτα από εκατό χρόνια παρακμής, φάνηκε για την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, πράγματι, σαν προάγγελος μίας μεγαλύτερης αναγέννησης.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Οι Τούρκοι αποκαλούσαν τον Μιχαήλ Καντακουζηνό «Σαιτάνογλου» δηλαδή «γιό του διαβόλου». Είχε πολύ μεγάλη εξουσία και επιρροή και ήλεγχε την οικονομία της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Η περιουσία του, την οποία απέκτησε κατά τη βασιλεία του Μουράτ Γ’, ήταν τεράστια. Για το λόγο αυτό προκάλεσε το φθόνο ισχυρών Οθωμανών πασάδων. Απαγχονίστηκε, κατά διαταγή του Μουράτ Γ’, μπροστά στη θύρα του υπερπολυτελούς μεγάρου του στην Αγχίαλο το 1578.
2. Ο Σουλτάνος Μουράτ Γ’ μετέτρεψε την Παμμακάριστο σε μουσουλμανικό τέμενος και το ονόμασε «Φετχιέ Τζαμί» (Fethiye Camii = τέμενος της Κατάκτησης, ως ανάμνηση της κατάκτησης της Γεωργίας και του Αζερμπαϊτζάν). Τότε, τα ιερά σκεύη και λείψανα μεταφέρθηκαν στο Ναό της Θεοτόκου Παραμυθίας στο Βλαχ Σεράι, όπου μετεγκαταστάθηκε το Πατριαρχείο.
3. Από τη Βιβλιοθήκη της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος «Οι Πατριάρχες του γένους»: http://www.ec-patr.gr/. Για γενικότερη βιβλιογραφία βλ.: Βασίλειος Θ. Σταυρίδης, Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1453-Σήμερον), εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1987.
4. Ζαχαρίας Tσιρπανλής, «Η μεταρρύθμιση και ο ορθόδοξος κόσμος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Ι, 119-120.
5. Θρησκευτική Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 6, Αθήνα 1965, 783.
6. Ζαχαρίας Τσιρπανλής, ό.π., 120.
7. Ο Χρήστος Γιανναράς (Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, 112-115) σημειώνει εν κατακλείδι ότι οι αποκρίσεις του Ιερεμία «ως προς τη γλώσσα επιτρέπουν διαφυγές προς την εκκλησιαστική υπαρκτική εμπειρία».
8. Ιωάννης Καρμίρης, Ορθοδοξία και Προτεσταντισμός, Εν Αθήναις 1937, 79-135. – Του ίδιου, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εκδ. Β’, τομ. 1, Αθήναι 1960, τομ. 2, Graz-Austria 1968 (όπου περιέχονται τα πρωτότυπα κείμενα των αποκρίσεων του Ιερεμία). Πρβλ. τις αποδόσεις των αποκρίσεων στα νέα ελληνικά: Ιερεμίας Β’, πατριάρχης ΚΠόλεως, Α' Απόκρισις προς Λουθηρανούς θεολόγους, μτφρ. Ευάγγελος Π. Λέκκας, εκδ. Λύχνος Αθήνα 2005 – Του ίδιου, Β' Απόκρισις προς Λουθηρανούς θεολόγους, μτφρ. Ευάγγελος Π. Λέκκας, εκδ. Λύχνος, Αθήνα 2006.
9. Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Καθίδρυσις Πατριαρχείου εν Ρωσία, Αθήνα 1859. Πρβλ. Κωνσταντίνος Σάθας, Τουκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήναι 1869, 207 – Του ίδιου, Ιστορικόν σχεδίασμα περί του πατριάρχου Ιερεμίου Β’ (1572-1594), Αθήναι 1870.
10. Αθανάσιος Υψηλάντης, Τα Μετά την Άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, Κων/πολη 1870, 113.
11. Παναγιώτης Τρεμπέλας, Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ως Αρχιεπίσκοπος, Αθήναι 1968, 22-23.
12. Ζαχαρίας Τσιρπανλής, ό.π., 124-126.
13. Φώτης Δημητρακόπουλος, Αρσένιος Ελασσόνος, Αθήνα 1984, 172.

Κατελής Βίγκλας, Τριμηνιαία Έκδοση του Συλλόγου των Αγχιαλιτών της Αθήνας "Η Αγχίαλος", αρ. 42 (Ιαν.-Φεβ.-Μαρ. 2004) 7.

Σημείωση: Το παλαιό αυτό άρθρο αποτελεί μια πολύ πρώιμη μορφή γραφής. Για περαιτέρω μελέτη παρακαλώ προστρέξτε στο έργο: Ιερεμίας Β’ Τρανός Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης (1536-1595), Σύλλογος Αγχιαλιτών Αθήνας, Αθήνα 2017 1η έκδοση, σελ. 136 isbn:978-960-99160-4-2.